Υπάρχουν περίπου 18 θύλακοι στην περιοχή του ισχίου. Οι ορογόνοι θύλακοι είναι μικροί ασκοί με υγρό, παρεμβαλλόμενοι μεταξύ μυών – τενόντων και οστικών προεξοχών για την προστασία, διευκόλυνση της ολίσθησης και ελάττωση της τριβής των πρώτων εξ αυτών. Στην έξω επιφάνεια του τένοντα του μέσου γλουτιαίου υπάρχει ένας επιπλέον ορογόνος θύλακος ο οποίος, διαχωρίζει τον τένοντα από τις παρακείμενες ανατομικές δομές. Στην «τροχαντηρίτιδα», που σημαίνει φλεγμονή του τροχαντήρα, δεν πάσχει (φλεγμαίνει) ο τροχαντήρας (δηλ. το οστό), αλλά οι θύλακοι που υπάρχουν φυσιολογικά γύρω από αυτόν, γι’ αυτό και η φλεγμονή του θυλάκου του μείζονα τροχαντήρα ονομάζεται «trochanteric bursitis». Δόκιμος και ακριβής όρος είναι «τροχαντηρική θυλακίτιδα».
Η φλεγμονή σε έναν ή και στους δύο αυτούς ορογόνους θυλάκους ονομάζεται τροχαντηρίτιδα.
Η τροχαντηρίτιδα εμφανίζεται συχνότερα σε γυναίκες, υπέρβαρα άτομα, σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επεμβάσεις στο ισχίο τους και σε σακχαροδιαβητικούς. Παθολογικές καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε τροχαντηρική θυλακίτιδα είναι οι παθήσεις της οσφυοιερής μοίρας της ΣΣ, το σύνδρομο απιοειδούς μυός, διότι ο απιοειδής μυς εισδύει στον θύλακο του μείζονα τροχαντήρα, η ανισοσκελία, παθήσεις των ιερολαγονίων, η αρθρίτιδα του γόνατος και το εξάρθρημα της ποδοκνημικής.
Τα συχνότερα γενεσιουργά αίτια της τροχαντηρικής θυλακίτιδας είναι οι διαταραχές της βάδισης. Ακόμα και μικρή δυσκολία στη βάδιση μπορεί να αυξήσει την τριβή και την πίεση πάνω στον μείζονα τροχαντήρα.
Κλινικά : έντονος πόνος στην έξω πλευρά του ισχίου και δυσκολία κινήσεων της άρθρωσης (επώδυνη κάμψη και στροφή). Ο πόνος αυτός συχνά είναι τόσο σοβαρός ώστε περιορίζει σημαντικά τις δραστηριότητες, ιδιαίτερα την βάδιση και την εργασία. Ακόμα, επειδή γειτονεύει με την άρθρωση του ισχίου, συνήθως αποδίδεται σε παθήσεις της άρθρωσης αυτής, κυρίως σε οστεοαρθρίτιδα.
Η διάγνωση είναι κλινική. Σε περίπτωση απλού ακτινολογικού ελέγχου, υπάρχει περίπτωση να αναδειχθεί επασβέστωση στην περιοχή του μείζονος τροχαντήρα, σημείο χρόνιας φλεγμονής. Σε περιπτώσεις που, παρά την συντηρητική αγωγή, τα συμπτώματα επιμένουν το υπερηχογράφημα είναι η εξέταση εκλογής.
Η τροχαντηρίτιδα αντιμετωπίζεται κατά κύριο λόγο συντηρητικά. Για τη θεραπεία της απαιτείται ανάπαυση, αποχή από έντονες δραστηριότητες, παγοθεραπεία, φυσικοθεραπεία και λήψη αντιφλεγμονωδών και παυσίπονων φαρμάκων. Σε έντονα επώδυνες περιπτώσεις ή σε υποτροπές της φλεγμονής, συνιστάται:
- έγχυση υδροκορτικοστεροειδούς
- έγχυση παυσίπονων
- μεσοθεραπεία με έγχυση κολλαγόνου (εξαιρετικά αποτελέσματα)
- έγχυση υαλουρονικού υψηλού μοριακού βάρους
- Περιοχικό αναισθητικό block (regional anesthetic block). Βοηθά στην διαφοροδιάγνωση της τροχαντηρικής θυλακίτιδας από τον πόνο που προέρχεται από την οσφυοιερή μοίρα της σπονδυλικής στήλης ή από τον δυσαισθητικό πόνο της παραισθητικής μηραλγίας. Εάν ο πόνος ανακουφισθεί με την ένεση τότε έχουμε να κάνουμε με τροχαντηρική θυλακίτιδα.
Υπέρηχα και TENS - Shock wave (κρουστικά) Extracorporeal Shock Wave Therapy ; ESWT)
- Βοηθητικά μέσα για τις διαταραχές της βάδισης (μπαστούνια, περιπατητήρες, ορθώσεις, πέλματα, νάρθηκες γόνατος).
Αποφυγή ανόδου κλίμακος - Αποφυγή αθληματων που προκαλούν επιδείνωση της συμτωματολογίας
- Να μην πιέζεται η πάσχουσα περιοχή.
Η χειρουργική θεραπεία έχει ένδειξη σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων υποτροπών και περιλαμβάνει την αφαίρεση του φλεγμαίνοντος ορογόνου θυλάκου. Η αφαίρεση γίνεται είτε ανοικτά, είτε κλειστά (αρθροσκοπικά).