Οι ασθενείς παραπονούνται για πόνο στη βουβωνική χώρα,ο οποίος εκλύεται με την κάμψη του ισχίου υπό αντίσταση. Επίσης, πόνος καθώς και ήχος τριβής ή αίσθημα αναπήδησης, μπορεί να προκληθεί κατά την παθητική απαγωγή και εξωτερική στροφή του ισχίου. Η αντιμετώπιση είναι κυρίως συντηρητική με ανάπαυση, αντιφλεγμονώδη ή τοπική έγχυση κορτικοειδούς αν κριθεί απαραίτητο.
Μόλις επανέλθει η πλήρης κίνηση του ισχίου χωρίς πόνο, ο αθλητής ενθαρρύνεται για την επιστροφή στις αθλητικές δραστηριότητες. Σε επίμονες περιπτώσεις, συνιστάται χειρουργική αντιμετώπιση που μπορεί να γίνει και αρθροσκοπικά.
Η θυλακίτιδα του λαγονοψοΐτη είναι ένα από τα αίτια πόνου στην πρόσθια επιφάνεια του ισχίου. Ο θύλακος του λαγονοψοΐτη είναι ο μεγαλύτερος θύλακος του ανθρώπινου σώματος. Εκτείνεται από τον βουβωνικό σύνδεσμο (επάνω) έως τον ελάσσονα τροχαντήρα (κάτω), και περιστοιχίζεται από τα μηριαία αγγεία (προς τα μέσα) και το μηριαίο νεύρο (προς τα έξω). Οριοθετείται από την μυοτενοντώδη συμβολή του λαγονοψοΐτη μυός (προσθίως) και τον ινώδη θύλακο του ισχίου (οπισθίως).
Το 10% των ανθρώπων έχει μια ανωμαλία στο πρόσθιο τμήμα του θυλάκου του ισχίου, η οποία του επιτρέπει να επικοινωνεί με την άρθρωση του ισχίου.
O θύλακος του λαγονοψοΐτη διαχωρίζει τον μυ ή τον τένοντα από το οστό και διευκολύνει την κίνηση μειώνοντας την τριβή μεταξύ του πρόσθιου τμήματος του θυλάκου του ισχίου με τον λαγονοψοΐτη.
Οταν είναι σε φυσιολογική κατάσταση τα τοιχώματά του συμπίπτουν. Σε μερικές περιπτώσεις όμως διογκώνεται και περιέχει υγρό, προκαλώντας πόνο και άλλα συμπτώματα.
Η θυλακίτιδα του λαγονοψοΐτη συνδέεται με αρθρίτιδες του ισχίου (π.χ. ρευματοειδής αρθρίτιδα, οστεοαρθρίτιδα, κ.ά.), κακώσεις από υπέρχρηση (π.χ. τρέξιμο), σηπτική αρθρίτιδα ή οξείες κακώσεις. Λοίμωξη του θυλάκου είναι σπάνια.
Όταν το ισχίο είναι σε κάμψη, ο λαγονοψοΐτης μυς και το πρόσθιο τμήμα του θυλάκου απομακρύνονται από την άρθρωση του ισχίου. Εάν το ισχίο υπερεκταθεί απότομα, ο μυς και ο θύλακος της άρθρωσης δέχονται απότομα μεγάλη πίεση, τραυματίζοντας τον θύλακο του λαγονοψοΐτη.
Η θυλακίτιδα του λαγονοψοΐτη σχετίζεται με την τενοντίτιδα του μυός αυτού, οπότε η φλεγμονή του ενός, λόγω της άμεσης γειτονίας τους, οδηγεί σε φλεγμονή και του άλλου. Η αιτιολογία και θεραπεία των 2 αυτών καταστάσεων είναι πανομοιότυπη. Και οι 2 αυτές καταστάσεις αποκαλούνται «σύνδρομο λαγονοψοΐτη» (iliopsoas syndrome).
Στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, η θυλακίτιδα του λαγονοψοΐτη είναι αποτέλεσμα επινέμησης της φλεγμονής της άρθρωσης του ισχίου στον θύλακο του λαγονοψοΐτη. Ο τύπος αυτής της θυλακίτιδας παρατηρείται κυρίως σε νέους ενήλικες και συχνότερα στις γυναίκες, παρά τους άνδρες.
Η θυλακίτιδα του λαγονοψοΐτη παρουσιάζεται με τον ίδιο τρόπο, όπως πολλά ενδογενή νοσήματα του ισχίου (π.χ. υμενίτιδα, ρήξεις επιχείλιου χόνδρου, άσηπτη νέκρωση μηριαίας κεφαλής).
Ο πόνος εντοπίζεται στην πρόσθια – έσω πλευρά του μηρού και μπορεί να αντανακλάται στο γόνατο, κνήμη και ράχη. Παρουσιάζεται συνήθως στη διάρκεια της βάδισης ή σε ειδικές θέσεις, όπως με τα πόδια σταυρωμένα, στην κάμψη του ισχίου (παθητική και υπό αντίσταση) και στην έσω στροφή ή παθητική υπερέκταση. Επιδεινώνεται με τις δραστηριότητες και υποχωρεί με την ανάπαυση.
Αλλα συμπτώματα
- Δυσκαμψία του ισχίου με την ανάπαυση ή τις πρωϊνές ώρες
- Ευαισθησία στο άνω τμήμα του τετρακεφάλου
- Αίσθημα «πιασίματος» στην πρόσθια επιφάνεια του ισχίου
Κλινικά ευρήματα
- Πόνος στην πρόσθια – έσω πλευρά του μηρού με την κάμψη και έσω στροφή του ισχίου
- Πόνος στην προσαγωγή με το ισχίο σε κάμψη. Η κάμψη είναι ελαφρώς επώδυνη στο τέλος του ROM. Μερικές φορές ο πόνος είναι αισθητός στο τέλος του ROM όταν γίνεται έκταση ή προσαγωγή του ισχίου
- Θετική δοκιμασία Thomas
- Ψηλαφητή ή/και ακουστή αναπήδηση
- Ευαισθησία στην πρόσθια επιφάνεια του ισχίου κάτω από το μέσο του βουβωνικού συνδέσμου και επί τα εκτός της μηριαίας αρτηρίας
- Ψηλαφητή μάζα ή ορατό οίδημα (οφειλόμενο στον φλεγμαίνοντα θύλακο) στην περιοχή του ριζομηρίου, επί τα εκτός των μηριαίων αγγείων. Οι σφυγμοί της μηριαίας αρτηρίας μπορεί να μεταδίδονται μέσω της μάζας αυτής.
Η διάγνωση είναι κλινική. Παρακλινικά πολύτιμη η συμβολή του υπερηχογραφήματος
Η MRI – μαγνητική, μπορεί να διαφοροδιαγνώσει την θυλακίτιδα του λαγονοψοΐτη από άλλες παθήσεις της περιοχής, όπως όγκους, κήλες, αιματώματα και ανευρύσματα.
Η θυλακίτιδα του λαγονοψοΐτη διαγιγνώσκεται δύσκολα, γιατί τα συμπτώματά της είναι άτυπα και μπορεί να αποδοθούν σε άλλες παθήσεις της περιοχής του ισχίου.
Η προσεκτική και εν τω βάθει ψηλάφηση του μηριαίου τριγώνου ή επί τα εκτός της μηριαίας αρτηρίας προκαλεί πόνο στον φλεγμαίνοντα θύλακο.
Η έκταση με το ισχίο σε κάμψη, απαγωγή και έξω στροφή μπορεί να προκαλέσει ακουστή «αναπήδηση». Η ψηλάφηση του ριζομηρίου μπορεί να είναι επώδυνη.
Συντηρητική θεραπεία.
Ανάπαυση, διάταση των καμπτήρων μυών του ισχίου, ασκήσεις ενδυνάμωσης των στροφέων του ισχίου, φυσιοθεραπεία, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη. Στη σύγχρονη θεραπευτική φαρέτρα, έχουμε τις υπερηχογραφικά καθοδηγούμενες εγχύσεις (κορτικοστεροειδή, παυσίπονα direct ή /και retard, μεσοθεραπεία, υαλουρονικό). Έχουν αναφερθεί καλά αποτελέσματα με θάλαμο υπερβαρικού οξυγόνου.
Εάν τα συμπτώματα είναι έντονα, παρακέντηση και ένεση με τοπικό αναισθητικό και κορτικοστεροειδές μέσα στον θύλακο του λαγονοψοΐτη κάτω από υπερηχογραφική καθοδήγηση.
Χειρουργική επέμβαση.
Εάν η θυλακίτιδα είναι ανθεκτική στη θεραπεία (θυλακεκτομή ή υμενεκτομή, πιθανώς με απελευθέρωση του τένοντα του λαγονοψοΐτη). Ο τένοντας του λαγονοψοίτη, πριν την πρόσφυσή του στον έλασσον τροχαντήρα του μηριαίου, περιβάλλεται από έναν χιτώνα μαλακών μορίων, ο οποίος προκαλεί συμπτώματα πίεσης σε περιπτώσεις φλεγμονής.
Η αρθροσκοπική θεραπεία, που λαμβάνει στο περιφερικό διαμέρισμα της άρθρωσης, στοχεύει στην αποσυμπίεση του τένοντα, με την λύση του χιτώνα γύρω από αυτόν. Σπάνια, γίνεται τενοντοτομή, δηλαδή πλήρης διατομή του τείνοντα.