Περιαρθρίτιδα ώμου

Περιαρθρίτιδα ώμου

Γενικός όρος που αναφέρεται στην παθολογία στην περιοχή του ώμου. Δεν υπάρχει πάθηση με το όνομα περιαρθρίτιδα. Περί της άρθρωσης. Ο όρος είναι γενικός και δηλώνει παθολογία στην περιοχή του ώμου. Δεν καθορίζουμε την αιτιολογία της πάθησης, αλλά το σύμπτωμα. Τα περισσότερα προβλήματα του ώμου σχετίζονται με βλάβες κυρίως στα μαλακά μόρια (μυϊκές ομάδες, σύνδεσμοι, τένοντες) και λιγότερο από οστική συμμετοχή.

 

Συχνά ο πόνος στον ώμο είναι τόσο οξύς, ώστε δεν επιτρέπει καμία κίνηση. Εάν αυτό παραταθεί χρονικά ο ώμος χάνει την κινητικότητά του και μεταπίπτει σε «παγωμένο» ώμο.

 

Η φυσιολογική κινητικότητα του ώμου είναι η απαγωγή (άρση στο πλάι) μέχρι 90⁰, η έξω στροφή 90⁰ και έσω στροφή 90⁰.
Στις οξείες καταστάσεις και τον παγωμένο ώμο εκτός από την πλήρη κατάργηση της φυσιολογικής κινητικότητας, υπάρχει νυχτερινός πόνος που δεν επιτρέπει στον ασθενή να κοιμηθεί.

 

-Στα αρχικά στάδια της περιαρθρίτιδας γίνονται ασκήσεις αιώρησης.
-Η κίνηση συνδυάζεται με αντιφλεγμονώδη και παγοθεραπεία.
-Δεν επιτρέπεται η ακινητοποίηση και τα θερμά επιθέματα.

 

Τα αντιφλεγμονώδη, οι ενέσεις κορτιζόνης και η φυσιοθεραπεία είναι οι συνήθεις οδηγίες προς τους ασθενείς.
Τα νοσήματα του ώμου ταξινομούνται:

 

  • Τενοντοπάθεια των στροφέων
  • Αστάθειες (πρόσθια, οπίσθια, πολυαξονική)
  • Αρθρίτιδες

 

Σπάνιες είναι οι νεοπλασίες, οι φλεγμονές, αίτια από τον αυχένα, το άνω άκρο και τις περιοχές, που αντανακλούν τον πόνο στην περιοχή του ώμου.

 

Ο ώμος σχηματίζεται από την κεφαλή του βραχιονίου, και την ωμοπλάτη. Το σημείο επαφής του βραχιονίου με την ωμοπλάτη λέγεται ωμογλήνη, σχηματίζει τη γληνοβραχιόνιο άρθρωση και είναι η κύρια άρθρωση του ώμου. Στην άνω περιοχή, της άρθρωσης βρίσκεται το ακρώμιο. Μεταξύ της γληνοβραχιονίου, αρθρώσεως και του ακρωμίου υπάρχει μια ομάδα μυών, που λέγονται στροφείς του ώμου ή πέταλο στροφέων (rotator cuff). Καταφύονται στο άνω τμήμα του βραχιονίου και έχουν σαν ενέργεια την απαγωγή – ανύψωση του άνω άκρου και την έξω – έσω στροφή. Οι μύες αυτοί είναι ο υπερακάνθιος, ο υπακάνθιος, ο υποπλάτιος και ο ελάσσον στρογγύλος μυς και αποτελούν ενιαία ομάδα μυών.

 

Η διάγνωση των παθήσεων του ώμου βασίζεται στο ιστορικό και στη σωστή κλινική εξέταση. Αρχικά υπάρχει πόνος στη κίνηση. Αργότερα, ο πόνος γίνεται μόνιμος, βασανιστικός και περιορίζει σταδιακά την κίνηση. Η νυκτερινή επιδείνωση είναι πιθανή και εξουθενωτική. Στις περιπτώσεις ρήξεως των στροφέων εμφανίζεται σαφής μείωση της έξω στροφής του ώμου. Τα διαγνωστικά τεστ επιβεβαιώνουν τη διάγνωση, ενώ είναι σε θέση να ανιχνεύσουν την πιθανή ρήξη των στροφέων. Μία χρήσιμη διαγνωστική δοκιμασία είναι η τοπική έγχυση τοπικών αναισθητικών φαρμάκων στον υπακρωμιακό χώρο. Θα ανακουφίσει τον πόνο και θα επιτρέψει την κίνηση του ώμου, στην τενοντίτιδα και το σύνδρομο πρόσκρουσης, σε αντίθεση με τη ρήξη των στροφέων, όπου θα παραμείνει η αδυναμία απαγωγής και έξω στροφής. Αντίθετα, οι ασθενείς με αστάθεια του ώμου, εμφανίζουν πόνο κυρίως στη έντονη δραστηριότητα και μείωση αυτού στην ηρεμία.

 

Συχνά είναι απαραίτητος ο υπέρηχος ή η μαγνητική τομογραφία. Σπανιότερα, απαιτείται αξονική τομογραφία της περιοχής για τον έλεγχο ενός κατάγματος ή και ηλεκτρομυογράφημα, αναζητώντας κάποια νευρική βλάβη.

 

Η χειρουργική του ώμου σήμερα γίνεται αρθροσκοπικά, όπως άλλωστε και όλων των άλλων μεγάλων αρθρώσεων του ανθρωπίνου σώματος.

 

Τα πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι:

 

  • Ασφαλής τεχνική.
  • ΑΝΩΤΕΡΗ διαγνωστική και συχνά θεραπευτική ευαισθησία, καθώς αριθμός ενδοαρθρικών παθολογιών δεν δύναται να διαγνωστούν – θεραπευτούν με την κλασική ανοικτή χειρουργική (SLAP lesion – internal impingement κ.λ.π).
  • Ελάχιστη επιβάρυνση του ασθενούς.
  • Συχνά δεν απαιτείται ενδονοσοκομειακή νοσηλεία.
  • Ελάχιστο χειρουργικό τραύμα.
  • Μικρότερος χρόνος αποθεραπείας.

 

Σε κάποιες περιπτώσεις, είναι δυνατόν να απαιτηθεί μια μικρή συμπληρωματική τομή μήκους 1-2 cm (mini open), ειδικά όπου απαιτείται καλύτερη ορατότητα στον υπακρωμιακό χώρο (ρήξη στροφέων, εκτεταμένη ακρωμιοπλαστκή). Σε κάθε περίπτωση όμως, ο αρθροσκοπικός έλεγχος του ώμου είναι απαραίτητος, για τη διάγνωση και θεραπεία των ενδοαρθρικών παθολογιών, καθώς δεν υπάρχει ασφαλέστερος τρόπος για αυτή τη διαδικασία.

 

Αντίθετα, η κλασική ανοικτή χειρουργική του ώμου τείνει να εγκαταλειφθεί, καθώς παρέχει μειωμένη διαγνωστική ευαισθησία και το μεγάλο χειρουργικό τραύμα προκαλεί αυξημένο μετεγχειρητικό πόνο και σημαντικού βαθμού μετατραυματική δυσκαμψία.