Επίκτητος εκτινασσόμενος δάκτυλος
Ο επίκτητος εκτινασσόμενος δάκτυλος συνήθως συμβαίνει στην 4η και πάνω δεκαετία της ζωής του ανθρώπου. Οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα τη νόσο με αναλογία 6:1 σε σχέση με τους άντρες. Συνήθως εμφανίζεται με δυσκολία στην κίνηση του δακτύλου έως και πλήρη εμπλοκή αυτού ειδικά τις πρωινές ώρες.
Ο ασθενής παραπονείται για πόνο στην βάση του δακτύλου που επιδεινώνεται με την άσκηση πίεσης πάνω σε αυτήν. Το δάκτυλο μπορεί να μπλοκάρει ενώ είναι σε κάμψη δίχως να υπάρχει δυνατότητα ενεργητικής έκτασης αυτού.
Εναλλακτικά μπορεί να ‘κλειδώσει’ σε έκταση δίχως να μπορεί το δάκτυλο να έρθει ενεργητικά σε κάμψη. Το τελευταίο είναι σπάνιο και συμβαίνει συνήθως στον αντίχειρα.
Η μη χειρουργική αντιμετώπιση του εκτινασσόμενου δάκτυλου περιλαμβάνει:
- αλλαγή των δραστηριοτήτων που επιβαρύνουν τη φλεγμονή του δακτύλου
- μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα
- τοπική έγχυση κορτιζόνης
- εφαρμογή νάρθηκα
Αν δεν αντιμετωπιστεί η πάθηση το φαινόμενο παραμένει αποτελώντας μια επώδυνη ενόχληση. Αν το δάκτυλο παραμείνει σε συνεχή κάμψη είναι δυνατή η πρόκληση μόνιμης δυσκαμψίας.
Η συντηρητική αγωγή προσφέρει φτωχά αποτελέσματα. Η μέθοδος του νάρθηκα εγκαταλείφθηκε διότι προκαλεί δυσκαμψία και οδηγεί σε φτωχά αποτελέσματα . Η συντηρητική αντιμετώπιση περιλαμβάνει την έγχυση κορτικοστεροειδών με τοπικό αναισθητικό στο έλυτρο των καμπτήρων με ήπια αποτελέσματα.
Η συντηρητική αγωγή τις περισσότερες φορές δεν λύνει το πρόβλημα του ασθενούς και η χειρουργική λύση αποτελεί και την οριστική θεραπεία. Η χειρουργική επέμβαση στο εκτινασσόμενο δάκτυλο είναι σχετικά απλή και πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία. Συνίσταται στην πραγματοποίηση τομής ενός εκατοστού στην παλάμη προκειμένου να αναγνωριστεί και να διαταμεί πλήρως ο δακτυλιοειδής σύνδεσμος. Τα αποτελέσματα είναι άριστα και ο ασθενής επανέρχεται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στις καθημερινές του ασχολίες.
Συγγενής εκτινασσόμενος δάκτυλος
Ο συγγενής εκτινασσόμενος δάκτυλος συνήθως διαπιστώνεται όταν το βρέφος αρχίζει να χρησιμοποιεί τα χέρια του. Εικάζεται ότι δεν αποτελεί πραγματικά συγγενές πρόβλημα αλλά επίκτητο που συμβαίνει κατά τις πρώτες εβδομάδες ζωής του νεογνού.
Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου κυμαίνεται από 1 στα 2.000 νεογέννητα (0,05%) έως 1 στα 50 (2%). Σε αντίθεση με τους ενήλικες η κατανομή του νοσήματος στα δύο φύλα είναι ίση.
Ο αντίχειρας αποτελεί το συχνότερο σημείο εντόπισης του προβλήματος και το ποσοστό το βρέφος να πάσχει και στα δύο χέρια ταυτόχρονα φτάνει το 25%. Η νόσος είναι συχνά αμφοτερόπλευρος.
Συνήθως δεν παρουσιάζει πόνο ή κλικ επειδή ο αντίχειρας είναι σε μόνιμη συγκάμψη. Περίπου το 30% των παιδιών παρουσιάζουν αυτόματη ίαση εντός του πρώτου χρόνου ζωής. Τα υπόλοιπα έχουν ανάγκη χειρουργικής επέμβασης και διατομή του συνδέσμου κατά το 2ο ή 3ο έτος της ηλικίας τους, προς αποφυγή μόνιμης σύγκαμψης των δακτύλων.
Η χειρουργική αντιμετώπιση προσφέρει ουσιαστικά και οριστική θεραπεία του προβλήματος. Η απόφαση για το πότε θα γίνει η επέμβαση αποτελεί προσωπική επιλογή του ασθενούς αλλά κυρίως εξαρτάται από τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων και το αν η συντηρητική αγωγή έδωσε τα αναμενόμενα οφέλη. Αν το δάκτυλο εγκλωβιστεί σε θέση κάμψης και δεν έχει τη δυνατότητα έκτασης τότε ο Ορθοπαιδικός θα συστήσει άμεση αντιμετώπιση για την πρόληψη μόνιμων παραμορφώσεων.
Ο στόχος της χειρουργικής θεραπείας είναι να διανοίξει το περίβλημα του καμπτήρα τένοντα του δακτύλου ώστε να μπορεί αυτός να κινείται φυσιολογικά δίχως εμπόδια.
Ο ασθενής εξέρχεται άμεσα μετά την επέμβαση με οδηγίες για τη μετεγχειρητική του αγωγή. Η επέμβαση γίνεται με τοπική αναισθησία και η διάρκειά της είναι περίπου 10 λεπτά.
Τα ράμματα αφαιρούνται σε 8-10 ημέρες.