Οστικό οίδημα

Οστικό οίδημα

Ο όρος αναφέρεται σε περιοχές οστικής ευαισθησίας μετά από τραυματική βλάβη όπου ακτινολογικά δεν καταγράφεται κάταγμα. Αναφέρονται και σαν υποπεριοστικά αιματώματα που παραμένουν για αρκετές εβδομάδες ή και μήνες!.

 

Η ανακάλυψη και η αυξανόμενη χρήση της MRI (μαγνητικής) και των υπερήχων στην έρευνα και την μελέτη των τραυματισμών και κυρίως των οξέων έφερε στο φώς μια νέα τραυματική κατάσταση, το οστικό οίδημα. Είναι χαρακτηριστικό κοινών αθλητικών κακώσεων.

 

Αυτός ο τραυματισμός αναγνωρίζεται σαν εστιακό μη φυσιολογικό σήμα στον υποχόνδριο οστικό μυελό και παρουσιάζει δοκιδωτά κατάγματα, αιμορραγία και οίδημα του μυελού χωρίς διάσπαση του παρακείμενου φλοιού ή του υπερκείμενου αρθρικού χόνδρου. Αυτές οι αλλοιώσεις δεν αναγνωριζόταν με τις συμβατές ακτινογραφίες..


Ο Mink είναι ο πρώτος που κατέγραψε το οστικό οίδημα το 1987. Υπάρχει στην βιβλιογραφία σύγχυση στην διάκριση του οστικού οιδήματος που αφορά τον μυελό και στα ¨κρυφά¨ κατάγματα που δεν ανιχνεύονται με τις συμβατικές ακτινολογικές μεθόδους και που στην MRI είναι ίδια με την ρήξη του παρακείμενου φλοιού ή την οστεοχόνδρινη επιφάνεια.
Την αρχική ταξινόμηση του Mink αναθεώρησε ο Vellet έτσι ώστε τα οστικά οιδήματα αποτελούν μια υπό-ομάδα των αληθινών υπό-φλοιωδών βλαβών.

 

Με βάση τα χαρακτηριστικά διαίρεσε τα οστικά οιδήματα σε 3 τύπους:

 

    1. Δικτυωτά Οι αλλοιώσεις μοιάζουν με «δικτυωτές ερπητικές δοκίδες» με συμφύσεις διαφορετικού βαθμού στα μυελικά τμήματα αλλά μακριά από τον παρακείμενο φλοιό και τον αρθρικό χόνδρο.
    2. Γεωγραφικές που χαρακτηρίζονται από την γειτνίαση τους με το παρακείμενο φλοιώδες οστό και με περιφερικές αποτυπώσεις του δικτυώματος, είναι άμορφες και με συμφύσεις και παρουσιάζουν υψηλής  έντασης σήμα στο επιφυσιακό λίπος.
    3. Γραμμικές αλλοιώσεις που περιγράφονται σαν ξεχωριστές και μικρότερες από 2mm πάχος.

 

Στο οστικό οίδημα εμφανίζονται αλλοιώσεις στον αρθρικό χόνδρο και στον υποχόνδριο ιστό. Χνδροκύτταρα της επιφανειακής ζώνης του αρθρικού χόνδρου είχαν διαφορετικού σταδίου εκφυλισμό συμπεριλαμβανόμενης και της νέκρωσης. Υπήρχε επίσης απώλεια ουσιών του μεσοκυττάριου χώρου και ποικίλου βαθμού νέκρωση των οστεοκυττάρων στο υποκείμενο υποχόνδριο οστό.

 

Το οστικό οίδημα είναι ¨προάγγελος¨της μετατραυματικής αρθρίτιδας.

Στην MRI βρέθηκε αίμα και υγρό στην περιοχή βλάβης – κάκωσης.

 

Θεραπεία

 

Το οστικό οίδημα κατατάσσεται στους οξείς τραυματισμούς και είναι δύσκολο να προληφθούν. Συνήθως η θεραπεία συνίσταται

 

  • Χρήση πάγου για μείωση του πρηξίματος
  • Ανάπαυση
  • Αποφόρτιση του σκέλους
  • Χρήση ibuprofen και acetaminophen για τον πόνο.
  • Χρήση μικρό ρευμάτων ώστε να βοηθήσουμε την πρόοδο της ίασης. Γνωρίζουμε ότι μετά από κάθε τραυματισμό υπάρχει μια ¨αναστάτωση¨ στα ηλεκτρικά πεδία του σώματος. Η θεραπεία αποσκοπεί στο να παράγει ο οργανισμός ηλεκτρικά σήματα που απαντώνται φυσιολογικά οπότε το σώμα διεγείρεται και ¨επισκευάζει¨ τους τραυματισμένους ιστούς. H ένταση και ποσότητα του ηλεκτρικού ρεύματος είναι τόσο μικρή που οι θεραπευόμενοι με δυσκολία αισθάνεται το ρεύμα.
  • Διαμαγνητική αντλία.
  • Η κατανάλωση Bromelain (ένζυμο στον φρέσκο ανανά) βοηθά στην θεραπεία ποικίλων τραυματισμών συμπεριλαμβανομένων και των οστικών οιδημάτων. Είναι διαθέσιμη στα φαρμακεία υπό μορφή κάψουλας.
  • Η βιταμίνη Κ και C μπορούν επίσης να βελτιώσουν την κατάσταση.
  • Μεσοθεραπεία με κολλαγόνο, υαλουρονικό, PRP

 

Το πόσο γρήγορα θεραπεύεται το οστικό οίδημα εξαρτάται καθαρά από τη σοβαρότητα του αρχικού τραυματισμού καθώς και από το επίπεδο της δραστηριότητας στη θεραπευτική φάση.

 

Σε 2 ευρείας κλίμακας μελέτες ο χρόνος αποκατάστασης αναφέρεται σε 11-16 μήνες follow up με MRI έλεγχο και σε ποσοστό 88% και σε μια άλλη από 6-12 μήνες.

 

Αρχικά το οστικό οίδημα θεωρήθηκε κοινή καλοήθης ανωμαλία. Οι πρώιμες κλινικές μελέτες καθώς και οι αναλύσεις με MRI δεν κατέγραψαν κάποια απόδειξη συνδυασμού του οστικού οιδήματος με κάποια προοδευτική ανωμαλία. Σήμερα όμως μετά από εκτεταμένες έρευνες και συστηματικές αναλύσεις φαίνεται ότι ορισμένοι τύποι οστικού οιδήματος συσχετίζονται με αλλαγές στο υποχόνδριο οστό και συμβάλλουν στον πρώιμο εκφυλισμό του αρθρικού χόνδρου και στην μεταγενέστερη ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας.

 

Ο όρος οστικό οίδημα από μόνος του δεν είναι συγκεκριμένος και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και οι κλινικοί πρέπει να καθιστούν σαφές για το αν αναφέρονται σε περιοστικές βλάβες ή σε ευρήματα στην MRI.